ζεύλα

ζεύλα
η см. ζεόγλα

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ζεύλα" в других словарях:

  • ζεύλα — ζεύλα, η και ζεύγλα, η 1. ζυγός. 2. το μέρος του ζυγού κάτω από το οποίο μπαίνει ο τράχηλος του ζώου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζεύλα — η 1. βλ. ζεύγλα 2. τμήμα τού αργαλειού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζεύγλα*] …   Dictionary of Greek

  • ζεύγλη — και ζεύγλα και ζεύλα, η (AM ζεύγλη, Α ποιητ. τ. ζεῡγλα) (για υποζύγια) καμπύλο μέρος τού ζυγού στο οποίο μπαίνει ο τράχηλος τού ζώου («χαίτη ζεύγλης ἐξεριποῡσα παρὰ ζυγόν», Ομ. Ιλ.) νεοελλ. 1. καθεμιά από τις σιδερένιες ράβδους που τοποθετούνται… …   Dictionary of Greek

  • ζέβλα — η βλ. ζεύλα …   Dictionary of Greek

  • ζευλόρραμμα — το το λουρί τής ζεύγλας, το ζευγόλουρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζεύλα* + ράμμα (< ράβω)] …   Dictionary of Greek

  • ζευλόσκοινο — το το σχοινί τής ζεύγλας, ο ζευκτήρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζεύλα* + σκοινί] …   Dictionary of Greek

  • ζεύγλα — η βλ. ζεύλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»